ντόρος

Μεταφράσεις

ντόρος

ado ('doros)
ουσιαστικό αρσενικό
πολύς θόρυβος από εντύπωση Η είδηση έκανε ντόρο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close