ντύνω

Μεταφράσεις

ντύνω

dress, clothe, accouterيُلْبِسُobléci seklæde sig påankleiden (sich)vestirsepukeutuas’habillerodjenutivestirsi服を着る옷을 입다aankleden (zich)kle (på)ubraćvestir-seодеватьсяklä på (sig)ใส่เสื้อผ้าgiyinmekmặc quần áo穿衣 ('dino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
φοράω σε κπ τα ρούχα του
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close