ντύσιμο

Μεταφράσεις

ντύσιμο

attire ('disimo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. η διαδικασία όταν ντύνεται κν Στο ντύσιμο δυσκολεύτηκε.
2. ο τρόπος που ντύνεται κν κομψό ντύσιμο
3. τα ρούχα χρήματα για ντύσιμο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close