νυσταγμένος

(προωθήθηκε από νυσταγμένη)
Μεταφράσεις

νυσταγμένος

(nistaɣ'menos) αρσενικό

νυσταγμένη

(nistaɣ'meni) θηλυκό

νυσταγμένο

sleepy, drowsyqui a envie de dormir, qui a sommeil, somnolent, endormiنَعْسَانospalýdøsig, søvnigschläfrigsomnolientouninenomamljen, pospanassonnato, sonnolento眠い졸리는slaperigdøsig, søvnigsennysonolentoдремлющий, сонныйsömnigเซื่องซึม, ง่วงนอนuykulubuồn ngủ倦睡的, 困倦的 (nistaɣ'meno) ουδέτερο
επίθετο
αυτός που δείχνει να νυστάζει νυσταγμένη φωνή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close