νωθρός

(προωθήθηκε από νωθρή)
Μεταφράσεις

νωθρός

(no'θros) αρσενικό

νωθρή

(no'θri) θηλυκό

νωθρό

indolent (no'θro) ουδέτερο
επίθετο
1. αργός και βαρύς νωθρό βήμα
2. τεμπέλης νωθρό παιδί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close