νωχελικός

Μεταφράσεις

νωχελικός

(noçeli'kos) αρσενικό

νωχελική

(noçeli'ci) θηλυκό

νωχελικό

(noçeli'co) ουδέτερο
επίθετο
που κινείται με νωχέλεια νωχελικές κινήσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close