νόθος

(προωθήθηκε από νόθα)
Μεταφράσεις

νόθος

('noθos) αρσενικό

νόθα

('noθa) θηλυκό

νόθο

bastard, falseadultérin ('noθo) ουδέτερο
επίθετο
παιδί άγνωστου πατέρα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close