νόμισμα

Μεταφράσεις

νόμισμα

monedamince, měnamønt, valutaMünze, Währungcurrency, coinmoneromonedaسکهkolikko, valuuttamonnaie, devise, piècemonetakepingmoneta, valuta硬貨, 通貨동전, 통화monetamonetamunt, munteenheid, muntstukmynt, valutamoneta, walutamoeda, moeda correntemonedăмонета, валютаkovanecmynt, valuta硬币, 货币عُمْلَة, عُمْلَة مَعْدِنِيَّةkovanica, valutaเงินตรา, เหรียญkur, madeni paratiền tệ, tiền xuвалута貨幣מטבע ('nomizma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. η χρηματική μονάδα χώρας το νόμισμα μιας χώρας
2. κέρμα Κάνω συλλογή από νομίσματα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close