νόστιμος

(προωθήθηκε από νόστιμο)
Μεταφράσεις

νόστιμος

('nostimos) αρσενικό

νόστιμη

('nostimi) θηλυκό

νόστιμο

delectable, delicious美味맛있는美味おいしい ('nostimo) ουδέτερο
επίθετο
που έχει ευχάριστη γεύση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close