νύξη

Μεταφράσεις

νύξη

alusãoallusion, dig, hint, innuendo, insinuationsuggerimentosugerencia ('niksi)
ουσιαστικό θηλυκό
διακριτική αναφορά κάνω νύξη για κπκτ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close