νύστα

Μεταφράσεις

νύστα

sleepiness ('nista)
ουσιαστικό θηλυκό
η διάθεση για ύπνo Έχω μια νύστα! Με πιάνει νύστα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close