ξάστερος

(προωθήθηκε από ξάστερη)
Μεταφράσεις

ξάστερος

('ksasteros) αρσενικό

ξάστερη

('ksasteri) θηλυκό

ξάστερο

('ksastero) ουδέτερο
επίθετο
1. (για ουρανός) καθαρός, με αστέρια ξάστερος ουρανός
2. μεταφορικά καθαρός, διαυγής ξάστερο μυαλό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close