ξέγνοιαστος

(προωθήθηκε από ξένοιαστο)
Μεταφράσεις

ξέ (γ) νοιαστος

('kseɣɲastos) αρσενικό

ξένοιαστη

('kseɲasti) θηλυκό

ξένοιαστο

carefree, casual, laid-backمُسْتَرْخٍpohodovýafslappetgelassenpancho, relajadorentorelaxopuštenrilassatoくつろいだ느긋한relaxtavstressetwyluzowanyrelaxado, sossegadoленивыйavslappnadอาการผ่อนคลายrahatthoải mái松驰的 ('kseɣɲasto) ουδέτερο
επίθετο
ανέμελος ξένοιαστο παιδί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close