ξένος

Μεταφράσεις

ξένος

('ksenos) αρσενικό

ξένη

('kseni) θηλυκό

ξένο

('kseno) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν ανήκει σε κπ ξένα χρήματα
2. που αφορά άλλον οι ξένες υποθέσεις
3. από άλλη χώρα η ξένη γλώσσαμουσική

ξένος

αρσενικό

ξένη

foreign, foreigner, stranger, disjoint, alien, outsiderextranjero, desconocidoétranger, inconnustraniero, sconosciuto, estraneodesconhecido, estrangeiroأَجْنَبِيّ, غَرِيبcizí, cizí člověk, cizinecfremmedAusländer, fremd, Fremdermuukalainen, ulkomaalainenstran, stranac外国の, 外国人, 知らない人낯선 사람, 외국의, 외국인buitenlander, buitenlands, vreemdelingfremmed, utlendingcudzoziemiec, nieznajomy, zagranicznyиностранец, иностранный, незнакомецfrämling, utländsk, utlänningเกี่ยวกับต่างประเทศ, คนแปลกหน้า, ชาวต่างชาติyabancıngười lạ, người nước ngoài, nước ngoài外国人, 外国的, 陌生人זר θηλυκό
ουσιαστικό
1. που δεν ανήκει σε οικείο περιβάλλον Ήρθαν δύο ξένοι να με δουν.
2. που κατάγεται από άλλη χώρα Στην Ελλάδα ζουν πολλοί ξένοι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close