ξέπλυμα

Μεταφράσεις

ξέπλυμα

penningtvätt洗钱הלבנתGeldwäsche洗錢 ('kseplima)
ουσιαστικό ουδέτερο
η αφαίρεση σαπουνιού μετά το πλύσιμο το ξέπλυμα των ρούχων
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close