ξαναχρησιμοποιώ

Μεταφράσεις

ξαναχρησιμοποιώ

reuse

ξαναχρησιμοποιώ

يُعْيدُ اِسْتِخْدام

ξαναχρησιμοποιώ

znovu použít

ξαναχρησιμοποιώ

genbruge

ξαναχρησιμοποιώ

wieder verwenden

ξαναχρησιμοποιώ

reutilizar

ξαναχρησιμοποιώ

käyttää uudelleen

ξαναχρησιμοποιώ

réutiliser

ξαναχρησιμοποιώ

ponovno upotrijebiti

ξαναχρησιμοποιώ

riutilizzare

ξαναχρησιμοποιώ

再使用する

ξαναχρησιμοποιώ

다시 사용하다

ξαναχρησιμοποιώ

opnieuw gebruiken

ξαναχρησιμοποιώ

bruke om igjen

ξαναχρησιμοποιώ

użyć ponownie

ξαναχρησιμοποιώ

reutilizar

ξαναχρησιμοποιώ

повторно использовать

ξαναχρησιμοποιώ

återanvända

ξαναχρησιμοποιώ

ใช้อีก

ξαναχρησιμοποιώ

yeniden kullanmak

ξαναχρησιμοποιώ

tái sử dụng

ξαναχρησιμοποιώ

再使用
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close