ξαπλώνω

Μεταφράσεις

ξαπλώνω

coucherlay, loll (ksa'plono)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. παίρνω στάση ύπνου ξαπλώνω στο πάτωμα
2. πάω στο κρεβάτι για ύπνο Πάω να ξαπλώσω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close