ξεβιδώνω

Μεταφράσεις

ξεβιδώνω

unscrewdévisserيَفُكُّ اللَوْلَبodšroubovatskrue aflosschraubendestornillarruuvata aukiodvitisvitareねじを緩める나사를 빼다losschroevenskru oppodkręcićdesaparafusar, desparafusarоткручиватьskruva lossคลายเกลียวsökmeknới lỏng旋松 (ksevi'ðono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βγάζω βίδα από αντικείμενο ξεβιδώνω βίδα
2. βγάζω αντικείμενο από τρύπα στρίβοντάς το ξεβιδώνω μία λάμπα
3. αφαιρώ κάλυμμα στρίβοντάς το ξεβιδώνω ένα καπάκι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close