ξεδιάντροπος

(προωθήθηκε από ξεδιάντροπη)
Μεταφράσεις

ξεδιάντροπος

(kse'ðjandropos) αρσενικό

ξεδιάντροπη

(kse'ðjandropi) θηλυκό

ξεδιάντροπο

(kse'ðjandropo) ουδέτερο
επίθετο
θρασύς
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close