ξεθυμαίνω

Μεταφράσεις

ξεθυμαίνω

(kseθi'meno)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. χάνω σε ένταση Το άρωμα ξεθύμανε.
2. (για συναίσθημα) μειώνεται η έντασή μου Ξεθύμανε η οργή μου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close