ξεθωριασμένος

(προωθήθηκε από ξεθωριασμένο)
Μεταφράσεις

ξεθωριασμένος

(kseθorja'zmenos) αρσενικό

ξεθωριασμένη

(kseθorja'zmeni) θηλυκό

ξεθωριασμένο

fading, bleachedمُبَيِّضodbarvenýblegetgebleichtblanqueadovalkaistublanchiizbijeljensbiancato漂白した표백한gebleektbleketwybielonybranqueadoотбеленныйblektถูกฟอกağartılmışđược tẩy漂白过的 (kseθorja'smeno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει χάσει το χρώμα του ξεθωριασμένο ύφασμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close