ξεκάνω

Μεταφράσεις

ξεκάνω

(kse'kano)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα) οικείο
1. χαλάω Ξέκανε το αυτοκίνητό του.
2. μεταφορικά τραυματίζω σοβαρά ή σκοτώνω Tον ξέκανε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close