ξεκάρφωτος

(προωθήθηκε από ξεκάρφωτο)
Μεταφράσεις

ξεκάρφωτος

(kse'karfotos) αρσενικό

ξεκάρφωτη

(kse'karfoti) θηλυκό

ξεκάρφωτο

loose (kse'karfoto) ουδέτερο
επίθετο
άσχετος, αταίριαστος ξεκάρφωτα λόγια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close