ξεκλείδωτος

(προωθήθηκε από ξεκλείδωτη)
Μεταφράσεις

ξεκλείδωτος

(kse'kliðotos) αρσενικό

ξεκλείδωτη

(kse'kliðoti) θηλυκό

ξεκλείδωτο

(kse'kliðoto) ουδέτερο
επίθετο
που έχει ξεκλειδωθεί από κπ Η πόρτα είναι ξεκλείδωτη.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close