ξεκλειδώνω

Μεταφράσεις

ξεκλειδώνω

يَفْتَحُ القُفْلodemknoutlåse opaufschließenunlockabrir, quitar el seguro, desbloquearavata lukkodéverrouillerotključatisbloccare錠をあける(잠긴 것을) 열다ontgrendelenlåse oppotworzyćdestrancarоткрыватьlåsa uppไขกุญแจaçmakmở khóa开锁 (ksekli'ðono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ανοίγω κτ με κλειδί ξεκλειδώνω μια πόρτα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close