ξεκολλάω

Μεταφράσεις

ξεκολλάω

(kseko'lao)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. χωρίζω κτ από κτ άλλο τραβώντας το ξεκολλάω μια ετικέτα
2. μεταφορικά απομακρύνω Ξεκόλλησε το βλέμμα του από πάνω της.

ξεκολλάω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
απομακρύνομαι Δεν ξεκολλάς πια από πάνω της.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close