ξεκομμένος

Μεταφράσεις

ξεκομμένος

(kseko'menos) αρσενικό

ξεκομμένη

(kseko'meni) θηλυκό

ξεκομμένο

(kseko'meno) ουδέτερο
επίθετο
απομακρυσμένος, απομονωμένος λαοί ξεκομμένοι από τον πολιτισμό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close