ξεκούμπωτος

(προωθήθηκε από ξεκούμπωτη)
Μεταφράσεις

ξεκούμπωτος

(kse'kumbotos) αρσενικό

ξεκούμπωτη

(kse'kumboti) θηλυκό

ξεκούμπωτο

(kse'kumboto) ουδέτερο
επίθετο
που έχει ξεκουμπωθεί ξεκούμπωτο πουκάμισο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close