ξεκούραστος

Μεταφράσεις

ξεκούραστος

(kse'kurastos) αρσενικό

ξεκούραστη

(kse'kurasti) θηλυκό

ξεκούραστο

rested (kse'kurasto) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει ξεκουραστεί ξεκούραστο μυαλό
2. που δεν προκαλεί κούραση ξεκούραστο ταξίδι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close