ξεκούρδιστος

Μεταφράσεις

ξεκούρδιστος

(kse'kurðistos) αρσενικό

ξεκούρδιστη

(kse'kurðisti) θηλυκό

ξεκούρδιστο

(kse'kurðisto) ουδέτερο
επίθετο
που έχει ξεκουρδιστεί ξεκούρδιστο πιάνο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close