ξεκόβω

Μεταφράσεις

ξεκόβω

amputate (kse'kovo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. απομονώνομαι ξεκόβω από τους φίλους μου
2. απομακρύνομαι Ξέκοψε από τους άλλους για λίγα λεπτά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close