ξεμαλλιάζω

Μεταφράσεις

ξεμαλλιάζω

(ksema'ʎazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. τραβάω δυνατά τα μαλλιά κάποιου Θα τον ξεμαλλιάσω!
2. ανακατεύω τα μαλλιά κάποιου Ο αέρας με ξεμάλλιασε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close