ξεμπλέκω

Μεταφράσεις

ξεμπλέκω

(kse'bleko)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. το να ξεχωρίζω στοιχεία ώστε να μην μπερδεύονται ξεμπλέκω τα μαλλιά μου
2. μεταφορικά το να βρίσκω λύση σε κτ ξεμπλέκω μια υπόθεση

ξεμπλέκω

disentangle, tease
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
απαλλάσσομαι από πρόβλημα ξεμπλέκω από μια σχέση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close