ξεμπλοκάρω

Μεταφράσεις

ξεμπλοκάρω

(kseblo'karo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αφαιρώ εμπόδιο ξεμπλοκάρω μια πόρταένα δρόμο
2. κάνω να προχωράει κτ που είναι στάσιμο ξεμπλοκάρω μια διαδικασίαένα λογαριασμό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close