ξεπερασμένος

(προωθήθηκε από ξεπερασμένο)
Μεταφράσεις

ξεπερασμένος

(ksepera'zmenos) αρσενικό

ξεπερασμένη

(ksepera'zmeni) θηλυκό

ξεπερασμένο

outmoded, out of date, out-of-dateمُتَخَلِّفٌzastaralýforældetveraltetdesfasadovanhentunutpérimézastarioscaduto時代遅れの구식인achterhaaldavleggsprzeterminowanyfora da moda, fora de modaустаревшийgammalmodigล้าสมัยgünü geçmişlỗi thời过时的 (ksepera'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
που δεν είναι σύγχρονος ξεπερασμένες αντιλήψεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close