ξεπεσμός

Μεταφράσεις

ξεπεσμός

Verwahrlosungdécadencedecline (ksepe'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
η παρακμή o κοινωνικός ξεπεσμός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close