ξεπηδάω

Μεταφράσεις

ξεπηδάω

(ksepi'ðao)

ξεπηδώ

(ksepi'ðo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. πετάγομαι με ορμή προς τα πάνω Από την τρύπα ξεπήδησε νερό.
2. εμφανίζομαι ξαφνικά Ξεπήδησαν από την κρυψώνα τους.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close