ξεπροβάλλω

Μεταφράσεις

ξεπροβάλλω

emerge, spring, loom (ksepro'valo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
εμφανίζομαι, φαίνομαι Ξεπρόβαλε ξαφνικά μπροστά του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close