ξεπροβοδίζω

Μεταφράσεις

ξεπροβοδίζω

(kseprovo'ðizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
συνοδεύω στην έξοδο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close