ξερός

(προωθήθηκε από ξερή)
Μεταφράσεις

ξερός

(kse'ros) αρσενικό

ξερή

(kse'ri) θηλυκό

ξερό

dürr, trockensecarid (kse'ro) ουδέτερο
επίθετο
1. χωρίς νερό ξερό ποτάμι
2. χωρίς υγρασία, φρεσκάδα ξερό δέρμα ξερά χείλη
3. που έχουν επίτηδες ξεραθεί ξερά φασόλια
4. μεταφορικά κοφτός, μονοκόμματος ξερός ήχος ξερή φωνή
5. μεταφορικά έκπληκτος μένω πέφτω ξερός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close