ξεριζώνω

Μεταφράσεις

ξεριζώνω

uproot, unroot, eradicatedéraciner (kseri'zono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. τραβάω από τη ρίζα ξεριζώνω ένα φυτό ξεριζώνω τα μαλλιά κάποιου
2. μεταφορικά διώχνω κπ από τον τόπο του Τους ξερίζωσαν από το χωριό τους.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close