ξεσηκώνω

Μεταφράσεις

ξεσηκώνω

arouse (ksesi'kono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. παροτρύνω Με ξεσήκωσε να πάμε εκδρομή.
2. προκαλώ ξεσηκώνω διαμαρτυρίες
3. αναστατώνω Τι μας ξεσηκώνεις πρωί πρωί;
4. αντιγράφω ξεσηκώνω σχέδιο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close