ξεσκάω

Μεταφράσεις

ξεσκάω

(kse'skao)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
παίρνω αέρα, διασκεδάζω Βγαίνω έξω να ξεσκάσω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close