ξεσκεπάζω

Μεταφράσεις

ξεσκεπάζω

découvrirexpose (ksesce'pazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αφαιρώ κάλυμμα ξεσκεπάζω την κατσαρόλα
2. μεταφορικά φανερώνω Ξεσκέπασαν τον ένοχο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close