ξεφουσκώνω

Μεταφράσεις

ξεφουσκώνω

dégonfler (ksefu'skono)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. χάνω αέρα και όγκο Το μπαλόνι ξεφούσκωσε.
2. μεταφορικά χάνω σε ένταση Η χαρά μου ξεφούσκωσε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close