ξεφούσκωτος

(προωθήθηκε από ξεφούσκωτη)
Μεταφράσεις

ξεφούσκωτος

(kse'fuskotos) αρσενικό

ξεφούσκωτη

(kse'fuskoti) θηλυκό

ξεφούσκωτο

(kse'fuskoto) ουδέτερο
επίθετο
που έχει ξεφουσκώσει ξεφούσκωτο μπαλόνι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close