ξεφυτρώνω

Μεταφράσεις

ξεφυτρώνω

spring (ksefi'trono)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
εμφανίζομαι ξαφνικά Από πού ξεφύτρωσες;
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close