ξεχαρβαλωμένος

(προωθήθηκε από ξεχαρβαλωμένη)
Μεταφράσεις

ξεχαρβαλωμένος

(ksexarvalo'menos) αρσενικό

ξεχαρβαλωμένη

(ksexarvalo'meni) θηλυκό

ξεχαρβαλωμένο

rickety (ksexarvalo'meno) ουδέτερο
επίθετο
χαλασμένος, διαλυμένος ξεχαρβαλωμένο ποδήλατο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close