ξεχωρίζω

Μεταφράσεις

ξεχωρίζω

(ksexo'rizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. χωρίζω κτ από κτ άλλο ξεχωρίζω τα ρούχα
2. διακρίνω ξεχωρίζω το γνήσιο από το πλαστό
3. δείχνω προτίμηση Δεν ξεχωρίζω τα παιδιά μου.
4. αντιλαμβάνομαι ξεχωρίζω κπ στο σκοτάδι

ξεχωρίζω

tell, distinguish, pick out, stand outيُبْرِزُ, يُـمَيِّزُ, يَنْتَقِيrozeznat, rozlišit, vyniknoutskelne, skille sig ud, udvælgeaussuchen, hervorstechen, unterscheidendistinguir, reconocer, sobresalirerottaa toisistaan, erottua, havaitadistinguer, ressortir, sélectionneristicati se, prepoznati, razlikovatidistinguere, distinguersi, individuare区別する, 突出する, 選ぶ골라내다, 구별하다, 두드러지다herkennen, in het oog vallen, onderscheidenskjelne, stå ut, velge utodróżnić, wybrać, wyróżnić siędestacar-se, distinguirвыделяться, отличать, различатьsärskilja, välja ut, vara framträdandeเห็นชัด, จำแนกความแตกต่าง, จำได้แม่นayırt etmek, kendini göstermek, seçmeknhận ra, nổi bật, phân biệt分辨出, 突出, 辨别
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
διακρίνομαι ξεχωρίζω για κτ Η εξυπνάδα της την κάνει να ξεχωρίζει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close