ξηλώνω

Μεταφράσεις

ξηλώνω

(ksi'lono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
χωρίζω δυο ραμμένα υφάσματα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close